στο λεξικό PONS
πολιτιστικ|ός <-ή, -ό> [pɔlitistiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- πολιτιστικός
- kulturell, Kultur-
- πολιτιστικό βραβείο
- Kulturpreis αρσ
- πολιτιστική ταυτότητα
- kulturelle Identität θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πολιτιστικός πολυχώρος
- Kulturzentrum ουδ