στο λεξικό PONS
I. στραβώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [straˈvɔnɔ] VERB μεταβ
1. στραβώνω (κάνω στραβό):
- στραβώνω
- verbiegen
2. στραβώνω (τυφλώνω):
- στραβώνω
- blind machen
3. στραβώνω (θαμπώνω):
- στραβώνω και μτφ
- blenden
II. στραβώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [straˈvɔnɔ] VERB αμετάβ (γίνομαι στραβός)
- στραβώνω
- sich verbiegen
III. στραβώνομαι VERB αυτοπ ρήμα (τυφλώνομαι)
- στραβώνομαι
- erblinden
στραβώνω VERB
- στραβώνω (εξελίσσομαι άσχημα, αποτυχαίνω) μτφ
- schieflaufen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- στραβώνω τα μούτρα
- das Gesicht verziehen