στο λεξικό PONS
χοντρ|ός <-ή, -ό> [xɔnˈdrɔs] ΕΠΊΘ
1. χοντρός (παχύς, παχύσαρκος):
- χοντρός
- dick
2. χοντρός (τρόποι, αστείο, αλατι):
- χοντρός
- grob
- χοντρό πιπέρι
- Pfefferkörner ουδ πλ
3. χοντρός (φωνή):
- χοντρός
- schwer
χόντρος [ˈxɔndrɔs] SUBST ουδ
- χόντρος
- Dicke θηλ
- τι χόντρος έχει;
- wie dick ist es?
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τι χόντρος έχει;
- wie dick ist es?