στο λεξικό PONS
σίγουρ|ος <-η, -ο> [ˈsiɣurɔs] ΕΠΊΘ
- σίγουρος
- sicher
- είσαι σίγουρος;
- bist du sicher?
- μπορείς να είσαι σίγουρος ότι …
- du kannst sicher sein, dass …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είσαι σίγουρος;
- bist du sicher?
- μπορείς να είσαι σίγουρος ότι …
- du kannst sicher sein, dass …