στο λεξικό PONS
φούστα [ˈfusta] SUBST θηλ
- φούστα
- Rock αρσ
- μίνι/μάξι φούστα
- Minirock/Maxirock αρσ
- τσιγγάνικη φούστα
- Stufenrock αρσ
- φούστα φάκελος
- Wickelrock αρσ
- μάκρος ουδ της φούστας
- Rocklänge θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τσιγγάνικη φούστα
- Stufenrock αρσ
- φούστα φάκελος
- Wickelrock αρσ
- η φούστα με σφίγγει
- der Rock ist mir zu eng
- μίνι/μάξι φούστα
- Minirock/Maxirock αρσ
- αυτή η φούστα σε λεπταίνει
- dieser Rock macht dich schlank