στο λεξικό PONS
μπελ|άς <-άδες> [bɛˈlas] SUBST αρσ (φασαρία, ενόχληση)
- μπελάς
- Ärger αρσ
- βρίσκω τον μπελά μου
- Ärger bekommen
- έχω ένα σωρό μπελάδες (υποχρεώσεις, δουλειές)
- ich habe einen Haufen Dinge zu regeln
- μπήκα σε μπελάδες
- ich habe mir (eine Menge) Ärger zugezogen
- βάζω μπελάδες στο κεφάλι μου
- sich (neuen) Ärger zuziehen
- έχω μπελάδες με κάποιον
- mit jdm Ärger haben
- τι μπελάς! (κάποια υπόθεση)
- was für eine lästige Angelegenheit!
- κακός μπελάς που με βρήκε!
- mein Gott, was hab ich da für einen Ärger!
- δε θέλω να σε βάλω σε μπελάδες τώρα
- ich will dir jetzt keinen Ärger bereiten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τι μπελάς! (κάποια υπόθεση)
- was für eine lästige Angelegenheit!
- κακός μπελάς που με βρήκε!
- mein Gott, was hab ich da für einen Ärger!