στο λεξικό PONS
I. δι|ακρίνω <-άκρινα [ή -έκρινα], -ακρίθηκα, -ακεκριμένος> [ðiaˈkrinɔ] VERB μεταβ
1. διακρίνω (ξεχωρίζω):
- διακρίνω
- unterscheiden
- εκείνο που το διακρίνει από τα άλλα είναι …
- was es von den anderen unterscheidet, ist …
- δεν μπορώ να τα διακρίνω (να δω τη διαφορά)
- ich kann sie nicht unterscheiden
- διακρίνω το ένα από το άλλο
- das eine vom anderen unterscheiden
- διακρίνω το καλό από το κακό
- Gut und Böse voneinander unterscheiden
2. διακρίνω (αναγνωρίζω με τις αισθήσεις):
- διακρίνω
- erkennen
- διακρίνεις τίποτα;
- kannst du irgendetwas erkennen?
II. διακρίνομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. διακρίνομαι (διαπρέπω):
- διακρίνομαι
- sich abheben
- διακρίνεται από τους άλλους για την εξαιρετική καλλιτεχνική ικανότητά της
- sie hebt sich von den anderen durch ihre außerordentlichen künstlerischen Fähigkeiten ab
2. διακρίνομαι (χαρακτηρίζομαι):
- διακρίνομαι
- sich auszeichnen
- διακρίνεται για τη σεμνότητά του
- er zeichnet sich durch seine Bescheidenheit aus
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δεν μπορώ να τα διακρίνω (να δω τη διαφορά)
- ich kann sie nicht unterscheiden
- διακρίνω το ένα από το άλλο
- das eine vom anderen unterscheiden
- διακρίνω το καλό από το κακό
- Gut und Böse voneinander unterscheiden