στο λεξικό PONS
I. αόριστ|ος <-η, -ο> [aˈɔristɔs] ΕΠΊΘ
- αόριστος
- unbestimmt
II. αόριστ|ος <-η, -ο> [aˈɔristɔs] SUBST αρσ ΓΛΩΣΣ
- αόριστος (χρόνος)
- Aorist αρσ
αόριστος SUBST
- στον αόριστο ΓΛΩΣΣ
- im Aorist
- στον αόριστο μτφ
- in der Vergangenheitsform