στο λεξικό PONS
I. κακ|ός <-ή, -ό> [kaˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. κακός (όχι καλός: καιρός κτλ):
- κακός
- schlecht
- είναι κακό να μην είσαι ειλικρινής
- es ist nicht gut, unehrlich zu sein
- είμαι στις κακές μου
- schlecht gelaunt sein
- παίρνω τον κακό δρόμο
- vom rechten Weg abkommen
2. κακός (που αποτελεί πάθημα, ζημιά, κακό):
- κακός
- schlimm
- πολύ κακό πράγμα πάθαμε
- uns ist etwas sehr Schlimmes passiert
- έχω κακό τέλος
- ein schlimmes/böses Ende nehmen
- έχω κακά ξεμπερδέματα με κάποιον
- großen Ärger mit jdm haben
- βρίσκομαι σε κακά χάλια
- ganz schlimm dran sein
3. κακός (άνθρωπος):
- κακός
- böse, böswillig
II. κακ|ός [kaˈkɔs] SUBST αρσ (σε ταινία)
- ο κακός
- der Böse αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ο κακός
- der Böse αρσ
- καλός/κακός αγωγός
- guter/schlechter Leiter αρσ
- ο κακός δαίμονας από κάποιον
- der große Widersacher von jdm
- κακός μπελάς που με βρήκε!
- mein Gott, was hab ich da für einen Ärger!
- η Κοκκινοσκουφίτσα και ο κακός λύκος
- Rotkäppchen und der Wolf