στο λεξικό PONS
παρακάν|ω <-α> [paraˈkanɔ] VERB μεταβ
- το παρακάνω
- übertreiben, es zu weit treiben
- το παρακάνω στη δουλειά
- es mit der Arbeit zu weit treiben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- το παρακάνω
- übertreiben, es zu weit treiben
- το παρακάνω στη δουλειά
- es mit der Arbeit zu weit treiben