στο λεξικό PONS
μισθός [misˈθɔs] SUBST αρσ
- μισθός
- Gehalt ουδ
- μισθός
- Lohn αρσ
- άξιος ο μισθός σου! ειρών
- das hast du verdient!
- αρχικός μισθός
- Anfangsgehalt ουδ
- βασικός μισθός
- Grundgehalt ουδ
- βασικός μισθός
- Grundlohn αρσ
- δέκατος τρίτος μισθός
- dreizehntes Monatsgehalt ουδ
- ελάχιστος μισθός
- Mindestlohn αρσ
- εγγυημένος ελάχιστος μισθός
- garantierter Mindestlohn αρσ
- εγγυημένος ελάχιστος μισθός
- Garantielohn αρσ
- μισθός ειδικευμένου εργάτη
- Facharbeiterlohn αρσ
- ετήσιος μισθός
- Jahresgehalt ουδ
- μικτός/καθαρός μισθός
- Bruttogehalt/Nettogehalt ουδ
- μέσος μισθός
- Durchschnittsgehalt ουδ
- μισθός πείνας
- Hungerlohn αρσ
- πραγματικός μισθός
- Effektivlohn αρσ
- σταθερός μισθός
- Festgehalt ουδ
- συνολικός μισθός
- Gesamtlohn αρσ
- χαμηλός μισθός
- niedriger Lohn αρσ
- χαμηλός μισθός
- Niedriglohn αρσ
- χώρα θηλ χαμηλών μισθών
- Billiglohnland ουδ
- αναπροσαρμογή θηλ των μισθών
- Lohnanpassung θηλ
- απώλεια θηλ μισθού
- Verdienstausfall αρσ
- αύξηση θηλ του μισθού
- Gehaltserhöhung θηλ
- γενική αύξηση θηλ μισθών
- allgemeine Lohnerhöhung θηλ
- διάρθρωση θηλ μισθών
- Lohnstruktur θηλ
- ένταση θηλ μισθών
- Lohnintensität θηλ
- επίπεδο ουδ μισθού
- Lohnniveau ουδ
- επίπεδο ουδ μισθού
- Lohnhöhe θηλ
- επίπεδο ουδ μισθών
- Lohnniveau ουδ
- μείωση θηλ του μισθού
- Gehaltskürzung θηλ
μισθός SUBST
- κατώτατος μισθός αρσ
- Mindestlohn αρσ
μισθός SUBST
- κλαδικός μισθός αρσ
- Branchengehalt ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μισθός πείνας
- Hungerlohn αρσ
- πραγματικός μισθός
- Effektivlohn αρσ
- αρχικός μισθός
- Anfangsgehalt ουδ
- βασικός μισθός
- Grundgehalt ουδ
- ελάχιστος μισθός
- Mindestlohn αρσ