στο λεξικό PONS
παίχτης
παίχτης s. παίκτης
παίκτης (παίκτρια) [ˈpɛktis, ˈpɛktria], παίχτης (παίχτρια) [ˈpɛxtis, ˈpɛxtria] SUBST αρσ (θηλ), παίχτρα [ˈpɛxtra] SUBST θηλ
- παίκτης (παίκτρια)
- Spieler(in) αρσ (θηλ)
- παίκτης (παίκτρια) του κρίκετ
- Cricketspieler(in) αρσ (θηλ)
- παίκτης (παίκτρια) του μπάσκετ
- Basketballspieler(in) αρσ (θηλ)
παίκτης (παίκτρια) [ˈpɛktis, ˈpɛktria], παίχτης (παίχτρια) [ˈpɛxtis, ˈpɛxtria] SUBST αρσ (θηλ), παίχτρα [ˈpɛxtra] SUBST θηλ
- παίκτης (παίκτρια)
- Spieler(in) αρσ (θηλ)
- παίκτης (παίκτρια) του κρίκετ
- Cricketspieler(in) αρσ (θηλ)
- παίκτης (παίκτρια) του μπάσκετ
- Basketballspieler(in) αρσ (θηλ)