στο λεξικό PONS
τέταρτ|ος <-η, -ο> [ˈtɛtartɔs] ΕΠΊΘ
- τέταρτος
- vierte(r, s)
- φτάνω τέταρτος/τέταρτη
- als Vierter/Vierte ankommen
- βγήκε τέταρτος (σε αγώνα)
- er wurde Vierter
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δέκατος τέταρτος
- vierzehnter
- βγήκε τέταρτος (σε αγώνα)
- er wurde Vierter
- φτάνω τέταρτος/τέταρτη
- als Vierter/Vierte ankommen