στο λεξικό PONS
υπάλληλος [iˈpalilɔs] SUBST mf
1. υπάλληλος (σε επιχείρηση):
- υπάλληλος
- Angestellte(r) mf
- υπάλληλος γραφείου
- Büroangestellte(r) mf
- μόνιμος υπάλληλος
- Festangestellte(r) mf
- υπάλληλος ξενοδοχείου
- Hotelangestellte(r) mf
- ομοσπονδιακός υπάλληλος
- Bundesangestellte(r) mf
- ομοσπονδιακός υπάλληλος (δημόσιος υπάλληλος)
- Bundesbeamte(r) mf
- ταχυδρομικός υπάλληλος
- Postangestellte(r) mf
- τραπεζικός υπάλληλος
- Bankangestellte(r) mf
ιδιωτισμοί:
- δημόσιος υπάλληλος
- Beamter αρσ (Beamtin) θηλ
- υπάλληλος της εφορείας
- Finanzbeamter αρσ (Finanzbeamtin) θηλ
- ευθύνη θηλ δημοσίου υπαλλήλου ΝΟΜ
- Beamtenhaftung θηλ
- τελωνειακός υπάλληλος
- Zollbeamter αρσ (Zollbeamtin) θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τελωνειακός υπάλληλος
- Zollbeamter αρσ
- υπάλληλος ξενοδοχείου
- Hotelangestellte(r) mf
- ομοσπονδιακός υπάλληλος
- Bundesangestellte(r) mf
- ταχυδρομικός υπάλληλος
- Postangestellte(r) mf
- τραπεζικός υπάλληλος
- Bankangestellte(r) mf