στο λεξικό PONS
I. μουσικ|ός <-ή, -ό> [musiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- μουσικός
- musikalisch, Musik-
II. μουσικ|ός [musiˈkɔs] SUBST mf
- μουσικός
- Musiker(in) αρσ (θηλ)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είναι επαγγελματίας αθλητής/μουσικός
- er ist ein Berufssportler/Berufsmusiker
- εκτός του ότι είναι μουσικός, ξέρει και να …
- außer dass er ein Musiker ist, kann er auch …