στο λεξικό PONS
εντολή [ɛndɔˈli] SUBST θηλ
1. εντολή (ανάθεση εκτέλεσης πράξης):
- εντολή
- Auftrag αρσ
- δίνω εντολή να κάνουν κάτι
- den Auftrag erteilen, etw zu tun
- κατ' εντολή του …
- im Auftrag des …
- εντολή δολοφονίας
- Mordauftrag αρσ
- τραπεζική εντολή
- Bankauftrag αρσ
- πάγια εντολή (τραπεζική)
- Dauerauftrag αρσ
- αποδοχή θηλ της εντολής
- Auftragsannahme θηλ
- οι Δέκα Εντολές ΘΡΗΣΚ
- die Zehn Gebote ουδ πλ
2. εντολή (πληρωμής κτλ):
- εντολή
- Anweisung θηλ
- εντολή πληρωμής
- Zahlungsanweisung θηλ
- εντολή αγοράς ΧΡΗΜΑΤΟΠ
- Kauforder θηλ
- εντολή αγοράς ΧΡΗΜΑΤΟΠ
- Kaufauftrag αρσ
- εντολή πώλησης ΧΡΗΜΑΤΟΠ
- Verkaufsorder θηλ
- εντολή πώλησης ΧΡΗΜΑΤΟΠ
- Verkaufsauftrag αρσ
3. εντολή Η/Υ:
- εντολή
- Befehl αρσ
- εντολή διακλάδωσης
- Verzweigungsbefehl αρσ
- εντολή μηχανής
- Maschinenbefehl αρσ
- κώδικας αρσ εντολών
- Befehlskode αρσ
- ρεπερτόριο ουδ εντολών
- Befehlsvorrat αρσ
εντολή SUBST
- διερευνητική εντολή
- Auftrag zu Regierungsbildungsgesprächen
εντολή SUBST
- διερευνητική εντολή (για σχηματισμό κυβέρνησης) θηλ ΠΟΛΙΤ
- Sondierungsmandat ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εντολή θηλ είσπραξης
- Inkassoauftrag αρσ
- εντολή θηλ εμβάσματος
- Überweisungsauftrag αρσ
- εντολή θηλ κατασκευής,
- Herstellungsauftrag αρσ
- εντολή θηλ δολοφονίας
- Mordauftrag αρσ
- εντολή θηλ πληρωμής (σε τράπεζα)
- Zahlungsanweisung θηλ