στο λεξικό PONS
κρεβατοκάμαρα [krɛvatɔˈkamara] SUBST θηλ
- κρεβατοκάμαρα
- Schlafzimmer ουδ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- κρέας
- κρεασιόν
- κρεατερός
- κρεατίνη
- κρεατινίνη
- κρεβατοκάμαρα
- κρεβατώνω
- κρεμ
- κρέμα
- κρεμάλα
- κρεμανταλάς