στο λεξικό PONS
κανάλι [kaˈnali] SUBST ουδ
- κανάλι ΝΑΥΣ, TV
- Kanal αρσ
- κανάλι του Σουέζ
- Suezkanal αρσ
- παιδικό κανάλι TV
- Kinderprogramm ουδ
- παιδικό κανάλι TV
- Kinderkanal αρσ
- αλλάζω κανάλι
- umschalten
- παίζω με τα κανάλια TV
- ständig hin und her schalten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κανάλι ουδ αστραπής
- Blitzkanal αρσ
- αρδευτικό κανάλι
- Bewässerungskanal αρσ
- παιδικό κανάλι TV
- Kinderprogramm ουδ
- αλλάζω κανάλι
- umschalten
- κανάλι του Σουέζ
- Suezkanal αρσ