στο λεξικό PONS
πραγματικότητα [praɣmatiˈkɔtita] SUBST θηλ
- πραγματικότητα
- Wirklichkeit θηλ
- πραγματικότητα
- Realität θηλ
- στην πραγματικότητα ήθελε μόνο να …
- in Wirklichkeit wollte er/sie nur …
- ζω εκτός πραγματικότητας
- fernab von der Wirklichkeit/Realität leben
- εικονική πραγματικότητα
- virtuelle Realität θηλ
- αρχή θηλ της πραγματικότητας ΨΥΧ
- Realitätsprinzip ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εικονική πραγματικότητα
- virtuelle Realität θηλ
- στην πραγματικότητα ήθελε μόνο να …
- in Wirklichkeit wollte er/sie nur …