στο λεξικό PONS
I. παρομοιά|ζω <-σα> [parɔmiˈazɔ] VERB μεταβ
1. παρομοιάζω (κάνω παρομοίωση):
- παρομοιάζω κάτι με
- vergleichen etw mit
2. παρομοιάζω (λαθεύω στην αναγνώριση):
- παρομοιάζω με
- verwechseln mit
II. παρομοιά|ζω <-σα> [parɔmiˈazɔ] VERB αμετάβ (μοιάζω)
- παρομοιάζω με κάτι/κάποιον
- einer Sache/jdm ähneln
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παρομοιάζω με κάτι/κάποιον
- einer Sache/jdm ähneln