στο λεξικό PONS
I. καφέ [kaˈfɛ] ΕΠΊΘ αμετάβλ
- καφέ
- braun
II. καφέ [kaˈfɛ] SUBST ουδ (καφενείο γαλλικού τύπου)
- καφέ
- Café ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κόκκοι αρσ πλ καφέ
- Kaffeebohnen θηλ πλ
- κόκκοι αρσ πλ καφέ
- Kaffeebohnen θηλ πλ
- καφέ σκυλάκι
- brauner Katzenhai αρσ
- καφέ σκυλόψαρο
- brauner Katzenhai αρσ
- είναι θεριακλής στον καφέ
- er ist ein leidenschaftlicher Kaffeetrinker