στο λεξικό PONS
διαμαρτύρ|ομαι <-ήθηκα, -ημένος> [ðiamarˈtirɔmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
1. διαμαρτύρομαι (έντονα):
- διαμαρτύρομαι για
- protestieren gegen +αιτ
2. διαμαρτύρομαι (ήπια):
- διαμαρτύρομαι για
- sich beschweren über +αιτ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.