στο λεξικό PONS
αντιμετωπί|ζω <-σα, -στηκα> [andimɛtɔˈpizɔ] VERB μεταβ
1. αντιμετωπίζω (εχθρό, κίνδυνο):
- αντιμετωπίζω κάτι
- gegenübertreten einer Sache
2. αντιμετωπίζω (αντεπεξέρχομαι):
- αντιμετωπίζω κάτι
- fertig werden mit etw
3. αντιμετωπίζω (συναντώ: δυσκολίες):
- αντιμετωπίζω κάτι
- konfrontiert werden mit etw
- αντιμετωπίζω προβλήματα
- mit Problemen konfrontiert werden
αντιμετωπίζω VERB
- αντιμετωπίζω (προβλήματα: λύνω, ξεπερνώ)
- bewältigen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αντιμετωπίζω προβλήματα
- mit Problemen konfrontiert werden
- αντιμετωπίζω την αντίδραση κάποιου (βρίσκω αντίδραση εκ μέρους κάποιου)
- auf jds Widerstand stoßen
- αντιμετωπίζω έναν αντίπαλο
- sich αιτ einem Gegner stellen
- αντιμετωπίζω κάτι με τον δέον σεβασμό
- einer Sache δοτ die gebührende Achtung entgegenbringen