στο λεξικό PONS
ιδιοποι|ούμαι <-ήθηκα> [iðiɔpiˈumɛ] VERB αποθ ρήμα μεταβ
1. ιδιοποιούμαι:
- ιδιοποιούμαι
- sich δοτ aneignen
2. ιδιοποιούμαι (παράνομα):
- ιδιοποιούμαι
- sich δοτ widerrechtlich aneignen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.