στο λεξικό PONS
I. ζωνταν|εύω <-εψα, -εμένος> [zɔndaˈnɛvɔ] VERB μεταβ
1. ζωντανεύω (δίνω ζωή):
- ζωντανεύω
- beleben
2. ζωντανεύω (ξαναφέρνω στη ζωή):
- ζωντανεύω και μτφ
- wiederbeleben
II. ζωνταν|εύω <-εψα, -εμένος> [zɔndaˈnɛvɔ] VERB αμετάβ (γίνομαι ζωηρός)
- ζωντανεύω
- lebendig werden
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.