στο λεξικό PONS
βροντ|ώ <-άς, -ησα [ή -ηξα], -ημένος> [vrɔnˈdɔ] VERB αμετάβ
- βροντώ
- donnern
- βροντάει
- es donnert
- ποιος βροντάει στην πόρτα;
- wer donnert da an die Tür?
- βρόντηξε πίσω του την πόρτα κι έφυγε
- er knallte die Tür hinter sich zu und ging
- τα βροντώ/βροντάω κάτω (και φεύγω)
- alles hinschmeißen (und gehen)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τα βροντώ/βροντάω κάτω (και φεύγω)
- alles hinschmeißen (und gehen)