στο λεξικό PONS
αδυναμία [aðinaˈmia] SUBST θηλ
1. αδυναμία (έλλειψη δύναμης):
- αδυναμία
- Schwäche θηλ
- αδυναμία χαρακτήρος
- Charakterschwäche θηλ
2. αδυναμία (ανικανότητα):
- αδυναμία
- Unfähigkeit θηλ
- βρίσκομαι σε αδυναμία να …
- nicht in der Lage sein, zu …
- αδυναμία οδήγησης
- Fahruntüchtigkeit θηλ
- αδυναμία για λήψη απόφασης
- Beschlussunfähigkeit θηλ
- αδυναμία πληρωμής ΝΟΜ
- Zahlungsunfähigkeit θηλ
3. αδυναμία μτφ:
- έχω αδυναμία σε κάτι/κάποιον
- eine Schwäche für etw/jdn haben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αδυναμία χαρακτήρος
- Charakterschwäche θηλ
- αδυναμία οδήγησης
- Fahruntüchtigkeit θηλ
- αδυναμία πληρωμής ΝΟΜ
- Zahlungsunfähigkeit θηλ
- βρίσκομαι σε αδυναμία να …
- nicht in der Lage sein, zu …
- αδυναμία για λήψη απόφασης
- Beschlussunfähigkeit θηλ