στο λεξικό PONS
I. αντίζηλ|ος <-η, -ο> [anˈdizilɔs] ΕΠΊΘ
- αντίζηλος
- konkurrierend
II. αντίζηλ|ος <-η, -ο> [anˈdizilɔs] SUBST αρσ/θηλ
- αντίζηλος
- Rivale αρσ (Rivalin) θηλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.