στο λεξικό PONS
I. γονατί|ζω <-σα, -σμένος> [ɣɔnaˈtizɔ] VERB αμετάβ
- γονατίζω
- (sich) niederknien, sich hinknien
- γονάτισε (αόριστος)
- er hat sich hingekniet/niedergekniet
- γονάτισε! (προστακτική)
- auf die Knie!, knie dich hin!
II. γονατί|ζω <-σα, -σμένος> [ɣɔnaˈtizɔ] VERB μεταβ μτφ (καταβάλλω)
- γονατίζω κάποιον
- jdn in die Knie zwingen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γονατίζω κάποιον
- jdn in die Knie zwingen