στο λεξικό PONS
ανήσυχ|ος <-η, -ο> [aˈnisixɔs] ΕΠΊΘ
1. ανήσυχος (που δεν μπορεί να καθίσει ήσυχος, ανυπόμονος):
- ανήσυχος
- unruhig
- ανήσυχο πνεύμα
- rastloser Mensch αρσ
2. ανήσυχος (στενοχωρημένος, γεμάτος σκέψεις):
- ανήσυχος
- beunruhigt, besorgt