στο λεξικό PONS
ώμος [ˈɔmɔs] SUBST αρσ
1. ώμος ΑΝΑΤ:
- ώμος
- Schulter θηλ
- ρίχνω μια μαντήλα στους ώμους μου
- sich δοτ ein Tuch über die Schultern legen
- σηκώνω τους ώμους (μου) (ως απάντηση)
- mit den Schultern/Achseln zucken
2. ώμος (τμήμα ρακέτας του τένις):
- ώμος
- Herz ουδ
ωμ|ός <-ή, -ό> [ɔˈmɔs] ΕΠΊΘ
1. ωμός (κρέας):
- ωμός
- roh
2. ωμός μτφ (φέρσιμο):
- ωμός
- grob, roh
3. ωμός μτφ (απάντηση):
- ωμός
- schroff
4. ωμός μτφ (εξαιρετικά βάρβαρος):
- ωμός
- grausam
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.