στο λεξικό PONS
ικαν|ός <-ή, -ό> [ikaˈnɔs] ΕΠΊΘ
1. ικανός:
- ικανός για
- fähig zu
- είναι ικανός για όλα (και με αρνητική σημασία)
- er ist zu allem fähig
2. ικανός (σεξουαλικά):
- ικανός
- potent
3. ικανός ΣΤΡΑΤ:
- ικανός
- tauglich
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ικανός καταλογισμού
- zurechnungsfähig, schuldfähig
- (περιορισμένα) ικανός για δικαιοπραξία
- (beschränkt) geschäftsfähig
- είναι ικανός για όλα (και με αρνητική σημασία)
- er ist zu allem fähig
- ικανός για οδήγηση
- fahrtüchtig
- ανίκανος/ικανός να κληρονομίσει ΝΟΜ
- erbunfähig/erbfähig