στο λεξικό PONS
ερωτικ|ός <-ή, -ό> [ɛrɔtiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. ερωτικός (σχετικός με τον έρωτα):
- ερωτικός
- Liebes-
- ερωτικό γράμμα
- Liebesbrief αρσ
- ερωτική εξομολόγηση
- Liebesgeständnis ουδ
- ερωτική περιπέτεια
- Liebesabenteuer ουδ
- ερωτική ταινία
- Liebesfilm αρσ
2. ερωτικός (ερεθιστικός):
- ερωτικός
- erotisch
- μια ερωτική ματιά
- ein erotischer Blick αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ερωτικός δεσμός
- Liebesbeziehung θηλ