στο λεξικό PONS
ασφάλεια [asˈfalia] SUBST θηλ
1. ασφάλεια (σιγουριά, εγγύηση για δάνειο):
- ασφάλεια
- Sicherheit θηλ
- δημόσια ασφάλεια
- öffentliche Sicherheit θηλ
- διεθνής ασφάλεια
- internationale Sicherheit θηλ
- οδική ασφάλεια
- Verkehrssicherheit θηλ
- γυαλί ουδ ασφάλειας
- Sicherheitsglas ουδ
- ζώνη θηλ ασφάλειας
- Sicherheitsgurt αρσ
- παγκόσμια ασφάλεια
- Weltsicherheit θηλ
- Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε.
- Sicherheitsrat αρσ der Vereinten Nationen
2. ασφάλεια (εταιρεία, σύμβαση):
- ασφάλεια
- Versicherung θηλ
- απλή ασφάλεια (ασφάλεια ζημιών τρίτων)
- Haftpflichtversicherung θηλ
- ασφάλεια γήρατος
- Altersversicherung θηλ
- ασφάλεια εξαγωγικών πιστώσεων
- Exportkreditversicherung θηλ
- μερική ασφάλεια
- Teilkaskoversicherung θηλ
- ασφάλεια ατυχημάτων
- Unfallversicherung θηλ
- ασφάλεια αυτοκινήτων
- Kraftfahrzeugversicherung θηλ
- ασφάλεια ζωής
- Lebensversicherung θηλ
- εταιρεία θηλ ασφαλειών ζωής
- Lebensversicherungsgesellschaft θηλ
- ασφάλεια κλοπής
- Diebstahlversicherung θηλ
- ασφάλεια νομικής προστασίας
- Rechtsschutzversicherung θηλ
- ασφάλεια νοσηλείας
- Pflegeversicherung θηλ
- ασφάλεια πυρός
- Feuerversicherung θηλ
3. ασφάλεια ΗΛΕΚ:
- ασφάλεια (μηχανισμός) (όπλου)
- Sicherung θηλ
- κάηκε η ασφάλεια
- die Sicherung ist durchgebrannt
- αλλάζω την ασφάλεια
- die Sicherung auswechseln
- κεντρική ασφάλεια
- Hauptsicherung θηλ
- πίνακας αρσ ασφαλειών
- Sicherungstafel θηλ
- ασφάλεια αποτροπής διάρρηξης
- Einbruchsicherung θηλ
4. ασφάλεια (στο αυτοκίνητο):
- ασφάλεια πόρτας
- Sicherungsknopf αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ασφάλεια θηλ λειτουργίας
- Betriebssicherheit θηλ
- ασφάλεια θηλ δικαίου
- Rechtssicherheit θηλ
- οδική ασφάλεια
- Verkehrssicherheit θηλ
- δημόσια ασφάλεια
- öffentliche Sicherheit θηλ
- ασφάλεια νοσηλείας
- Pflegeversicherung θηλ