στο λεξικό PONS
μυστήριο [misˈtiriɔ] SUBST ουδ
1. μυστήριο (κάτι το ανεξήγητο, ασύλληπτο):
- μυστήριο
- Geheimnis ουδ
- μυστήριο
- Mysterium ουδ
- είναι μυστήριο για μένα το γιατί δεν ήθελε
- es ist mir ein Rätsel, warum er nicht wollte
- πέπλο ουδ μυστηρίου
- geheimnisvoller Schleier αρσ
- το κλειδί ουδ του μυστηρίου μτφ
- der Schlüssel αρσ zum Geheimnis
- ταινία θηλ μυστηρίου ΚΙΝΗΜ
- Thriller αρσ
2. μυστήριο ΘΡΗΣΚ:
- μυστήριο
- Sakrament ουδ
- άχραντα μυστήρια
- heilige Kommunion θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ο αδερφός της είναι μυστήριο πλάσμα
- ihr Bruder ist ein merkwürdiger Typ
- είναι μυστήριο για μένα το γιατί δεν ήθελε
- es ist mir ein Rätsel, warum er nicht wollte