στο λεξικό PONS
γάιδαρος [ˈɣai̯ðarɔs] SUBST αρσ
1. γάιδαρος:
- γάιδαρος
- Esel αρσ (Eselin) θηλ
- είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα παροιμ
- ein Esel schimpft den anderen Langohr
- δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα παροιμ
- sie streiten um etwas, was ihnen nicht einmal gehört
- ήταν στραβό το κλήμα, το 'φαγε ο γάιδαρος παροιμ
- das war dann schließlich die Höhe
- σκάω γάιδαρο
- jeden zum Platzen bringen
- κατά φωνή κι ο γάιδαρος! παροιμ
- wenn man den Esel/Teufel nennt, kommt er gerennt
- κάποιου του χάριζαν γάιδαρο και τον κοίταζε στα δόντια παροιμ
- einem geschenkten Gaul schaut man nicht ins Maul
- δένω το γάιδαρό μου
- sich absichern
- πρέπει να του λέω συνέχεια «ναι»: Πετάει ο γάιδαρος; - Πετάει!
- bei ihm muss ich zu allem Ja und Amen sagen
- τα πιστεύει όλα: Πετάει ο γάιδαρος; - Πετάει!
- er glaubt jeden Unsinn
2. γάιδαρος μτφ (άξεστος):
- γάιδαρος
- Rüpel αρσ
3. γάιδαρος μτφ (αφιλότιμος):
- γάιδαρος
- Aas ουδ
4. γάιδαρος (υβριστικά):
- γάιδαρος
- Schwein ουδ
- γάιδαρος με περικεφαλαία
- ein richtiges Schwein
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γάιδαρος με περικεφαλαία
- ein richtiges Schwein
- κατά φωνή κι ο γάιδαρος! παροιμ
- wenn man den Esel/Teufel nennt, kommt er gerennt
- κατά φωνή και ο γάιδαρος/το πουλί
- wenn man vom Teufel spricht, dann kommt er
- είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα παροιμ
- ein Esel schimpft den anderen Langohr
- τα πιστεύει όλα: Πετάει ο γάιδαρος; - Πετάει!
- er glaubt jeden Unsinn