στο λεξικό PONS
με1 [mɛ] ΑΝΤΩΝ
- με
- mich
- με χαιρέτησε
- er hat mich gegrüßt
με2 [mɛ] PREP
- με
- mit
- με το λεωφορείο/τον αδερφό της
- mit dem Bus/ihrem Bruder
- με τι;
- womit?
- με τέτοιον καιρό τι να κάνουμε;
- was sollen wir bei so einem Wetter machen?
- με κανέναν τρόπο!
- auf keinen Fall!
- με το που την είδα μπροστά μου
- als ich sie da gerade vor mir sah
μη με λησμόνει [mi mɛ lizˈmɔni] SUBST ουδ αμετάβλ
- μη με λησμόνει
- Vergissmeinnicht ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- με ποιον; - με οποιονδήποτε
- mit wem? - mit irgendjemandem
- με έδειξε με το δάχτυλο
- er zeigte mit dem Finger auf mich
- όποτε με χρειαστείς, φώναξέ με
- ruf mich, wann immer du mich brauchst
- οποτεδήποτε με χρειαστείς φώναξέ με
- ruf mich, wann immer du mich brauchst
- ζω με σύμπνοια με κάποιον
- mit jdm in gutem Einvernehmen leben