στο λεξικό PONS
I. αναπν|έω <-ευσα> [anaˈpnɛɔ] VERB αμετάβ
1. αναπνέω (εισπνέω και εκπνέω):
- αναπνέω
- atmen
- αναπνέω βαθιά/με δυσκολία
- tief/mühsam atmen
2. αναπνέω (αισθάνομαι ανακούφιση):
- αναπνέω
- aufatmen
II. αναπν|έω <-ευσα> [anaˈpnɛɔ] VERB μεταβ (εισπνέω)
- αναπνέω
- einatmen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αναπνέω βαθιά/με δυσκολία
- tief/mühsam atmen