στο λεξικό PONS
αφοπλί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [afɔˈplizɔ] VERB μεταβ και μτφ
- αφοπλίζω
- entwaffnen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- ΑΦΜ
- άφνιο
- αφοβία
- άφοβος
- αφόδευση
- αφοπλίζω
- αφοπλισμός
- αφοπλιστικός
- αφόρετος
- αφόρητος
- αφορία