στο λεξικό PONS
μύλος [ˈmilɔs] SUBST αρσ
- μύλος
- Mühle θηλ
- αλέθει καλά ο μύλος μου μτφ (έχω γερά δόντια)
- ich habe gute Zähne
- αλέθει καλά ο μύλος μου μτφ (έχω γερό στομάχι)
- ich habe einen starken Magen
- (κάπου) γίνεται μύλος μτφ
- (irgendwo) geht es hoch her
- έγιναν μύλος
- sie sind aneinandergeraten
- σαν την κότα στο μύλο
- mit allem auf dem Silbertablett fertig serviert
- μύλος του καφέ
- Kaffeemühle θηλ
- μύλος πιπεριού
- Pfeffermühle θηλ
- μύλος φαγητού
- Passiergerät ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μύλος πιπεριού
- Pfeffermühle θηλ
- μύλος φαγητού
- Passiergerät ουδ
- έγιναν μύλος
- sie sind aneinandergeraten
- (κάπου) γίνεται μύλος μτφ
- (irgendwo) geht es hoch her
- μύλος του καφέ
- Kaffeemühle θηλ