στο λεξικό PONS
- kraus
- ζαρωμένος
- welk
- ζαρωμένος
- verknittert (Stoff, Haut)
- ζαρωμένος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- ζαργάνα
- ζαρζαβάτια
- ζαρζαβατικά
- ζάρι
- ζαριά
- ζαρωμένος
- ζαρώνω
- ζαφειρένιος
- ζαφείρι
- ζαφορά
- ζαφράν