στο λεξικό PONS
χειροτον|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [çirɔtɔˈnɔ] VERB μεταβ
1. χειροτονώ ΘΡΗΣΚ:
- χειροτονώ
- ordinieren
2. χειροτονώ οικ (δέρνω):
- χειροτονώ
- versohlen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.