στο λεξικό PONS
I. ασπρί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [asˈprizɔ] VERB μεταβ
1. ασπρίζω (ρούχα):
- ασπρίζω
- bleichen
2. ασπρίζω (τοίχο):
- ασπρίζω
- tünchen
II. ασπρί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [asˈprizɔ] VERB αμετάβ (γίνομαι άσπρος)
- ασπρίζω
- weiß werden
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.