στο λεξικό PONS
δυνατ|ός <-ή, -ό> [ðinaˈtɔs] ΕΠΊΘ
1. δυνατός (που έχει δύναμη, ισχυρός):
- δυνατός
- stark
- δυνατό πνεύμα
- ein starker Geist αρσ
- δυνατή γυναίκα
- eine starke Frau θηλ
- δυνατός άντρας
- ein starker Mann αρσ
- βάζω τα δυνατά μου
- all seine Kräfte zusammennehmen
2. δυνατός (που εφαρμόζεται):
- δυνατός
- möglich
- δεν είναι δυνατό(ν)
- es ist nicht möglich
- όσο το δυνατό πιο γρήγορα
- so schnell wie möglich
- μέσα στα όρια του δυνατού
- im Rahmen des Möglichen
- πώς είναι δυνατόν;
- wie kann das sein?
- κατά το δυνατόν
- soweit möglich
- το μέγιστο δυνατό κέρδος
- der größtmögliche Gewinn
- το καλύτερο δυνατό
- das Bestmögliche
δυνατός ΕΠΊΘ
- δυνατός (μη σιγανός)
- laut
δυνατός ΕΠΊΘ
- αν είναι δυνατόν! ιδιωτ
- ist das denn die Möglichkeit!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δυνατός άντρας
- ein starker Mann αρσ
- φυσάει δυνατός αέρας
- es weht ein heftiger Wind