στο λεξικό PONS
φ|αίνομαι <-άνηκα> [ˈfɛnɔmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
1. φαίνομαι (γίνομαι ορατός, παρουσιάζομαι):
- φαίνομαι
- erscheinen
- φάνηκε στη σκηνή/στο δικαστήριο
- er/sie erschien auf der Bühne/vor Gericht
- όλη τη μέρα εδώ είμαστε αλλά δε φάνηκε
- wir sind schon den ganzen Tag hier, aber er/sie hat sich nicht sehen lassen
- δεν άφησε να φανεί ο θυμός του
- er ließ sich δοτ seine Wut nicht anmerken
- μη στενοχωριέσαι, αυτό θα φανεί
- keine Sorge, das wird sich noch zeigen
2. φαίνομαι (είμαι ορατός):
- δεν πειράζει, δε φαίνεται
- das macht nichts, man kann es nicht sehen
- αφού δε φαίνεται θα το αφήσω έτσι
- ich lasse es so, man sieht es ja sowieso nicht
- τι φαίνεται εκεί πίσω;
- was kann man denn dort hinten sehen?
- στα μάτια του φαινόταν ο θυμός του
- in seinen Augen sah man seinen Zorn
3. φαίνομαι (έχω ορισμένη όψη):
- φαίνομαι
- aussehen
- φαινόταν ωραίο
- es sah schön aus
- φαινόταν στενοχωρημένος/άρρωστος
- er sah besorgt/krank aus
- φαίνεται νεότερος
- er sieht jünger aus
4. φαίνομαι (δίνω κάποια εντύπωση):
- φαίνεσαι να μην έχεις όρεξη
- du scheinst keine Lust zu haben
- φαίνεται να μην ενδιαφέρεται
- er scheint sich nicht dafür zu interessieren
- φαίνεται να χειροτερεύουν τα πράγματα
- es scheint so, als würden sich die Dinge verschlechtern
- μας φάνηκε πολύ δύσκολο
- es ist uns sehr schwer erschienen
- του φαινόταν άσχημα
- es gefiel ihm nicht
- πώς σου φαίνεται αυτό; (τι γνώμη έχεις)
- was hältst du davon?
- πώς σου φαίνεται αυτό; (τι έχεις να πεις)
- was sagst du dazu?
- πώς σου φάνηκε στη Μαδρίτη;
- wie hat es dir in Madrid gefallen?
- απ' ό,τι φαίνεται δε θα αλλάξει τίποτα
- es sieht so aus, als würde sich nichts ändern
- δε θα 'χει όρεξη - έτσι φαίνεται
- er hat wohl keine Lust - scheint so
5. φαίνομαι (αποδείχνομαι, αφήνω κάποια εντύπωση):
- φάνηκε πρόθυμος/γενναιόδωρος
- er zeigte sich zuvorkommend/großzügig
- φάνηκε πολύ χρήσιμο
- es erwies sich als sehr nützlich
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- φαίνομαι απρόθυμος να κάνω κάτι
- abgeneigt sein, etw zu tun
- φαίνομαι αχάριστος απέναντι σε κάποιον
- sich jdm gegenüber undankbar zeigen