στο λεξικό PONS
αυθόρμητ|ος <-η, -ο> [afˈθɔrmitɔs] ΕΠΊΘ
1. αυθόρμητος (αυτόματος, όχι μελετημένος):
- αυθόρμητος
- spontan
- αυθόρμητη προσφορά ΟΙΚΟΝ
- unverlangtes Angebot ουδ
2. αυθόρμητος (χωρίς υποκίνηση άλλου, από μόνος μου):
- αυθόρμητος
- aus eigenem Antrieb, von sich aus
- το έκανε αυθόρμητα
- er hat es aus eigenem Antrieb/von sich aus getan
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.