στο λεξικό PONS
μαλακ|ός <-ή [ή -ιά], -ό> [malaˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. μαλακός (όχι σκληρός):
- μαλακός
- weich
- μαλακό ξύλο
- Weichholz ουδ
2. μαλακός μτφ (ήπιος):
- μαλακός
- mild
- με το μαλακό! (μη βιάζεσαι)
- langsam!
- πρέπει να τον πάρεις με το μαλακό
- du musst dich behutsam an ihn wenden
- πέφτω στα μαλακά
- mit einem blauen Auge davonkommen
- μαλακά ναρκωτικά
- weiche Drogen θηλ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μαλακός μόλυβδος
- Weichblei ουδ
- μαλακός άνθρακας
- Weichkohle θηλ
- μαλακός/σκληρός φακός επαφής
- weiche/harte Kontaktlinse θηλ