στο λεξικό PONS
I. τρέμω [ˈtrɛmɔ] VERB αμετάβ ohne Aoriststamm
1. τρέμω (άνθρωπος):
- τρέμω από
- zittern vor
- τρέμω ολόκληρος
- am ganzen Leib zittern
- έτρεμε για τη ζωή του
- er zitterte um sein Leben
- τρέμω σαν το φύλλο
- wie Espenlaub zittern
2. τρέμω (γη):
- τρέμω
- beben
II. τρέμω [ˈtrɛmɔ] VERB μεταβ ohne Aoriststamm (φοβάμαι)
- τρέμω κάποιον
- zittern vor jdm
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τρέμω ολόκληρος
- am ganzen Leib zittern
- τρέμω σαν το φύλλο
- wie Espenlaub zittern