στο λεξικό PONS
I. επεκτ|είνω <-εινα, -άθηκα, -αμένος> [ɛpɛkˈtinɔ] VERB μεταβ
- επεκτείνω
- erweitern
II. επεκτείνομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. επεκτείνομαι:
- επεκτείνομαι
- sich ausdehnen
2. επεκτείνομαι (σε θέμα):
- επεκτείνομαι σε ένα θέμα (ασχολούμαι μαζί του)
- auf ein Thema ausführlich eingehen
- επεκτείνομαι σε ένα θέμα (χάνω το χρόνο μου)
- sich zu lange mit einem Thema aufhalten
- επεκτείνομαι σε λεπτομέρειες
- auf Einzelheiten näher eingehen
- επεκτάθηκε σε διάφορα θέματα
- er ging ausführlich auf verschiedene Themen ein
- μην επεκτείνεσαι σ' αυτό το θέμα
- halte dich mit diesem Thema/dieser Sache nicht zu lange auf
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.