στο λεξικό PONS
αιώνι|ος <-α, -ο> [ɛˈɔniɔs] ΕΠΊΘ
1. αιώνιος (παντοτινός):
- αιώνιος
- ewig
- η αιώνια ζωή
- das ewige Leben ουδ
- η αιώνια πόλη
- die Ewige Stadt θηλ
- αιώνια ανάπαυση (θάνατος)
- ewige Ruhe θηλ
2. αιώνιος (συνεχής):
- αιώνιος
- ewig
- η αιώνια γκρίνια του
- sein ewiges Genörgel
3. αιώνιος (ανθεκτικότατος):
- αυτά τα λάστιχα είναι αιώνια
- diese Reifen halten ewig
αιώνιος ΕΠΊΘ
- αιώνιος (σχετιζόμενος με τον αιώνα) τυπικ
- säkular
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αιώνιος ύπνος (θάνατος)
- ewiger Schlaf αρσ